Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

40 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠ΄ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ: Η ομιλία στη συγκέντρωση του ΠΑΜΕ στην πλατεία Σαπφούς, στη Μυτιλήνη.

 Το Πολυτεχνείο, ακριβώς επειδή ήταν ένα γνήσιο και πρωτόγνωρο λαϊκό ξέσπασμα στοιχειώνει τους εφιάλτες των αστών και θρέφει τα όνειρα των εργαζόμενων στην πάλη τους για μια καλύτερη ζωή σε μια άλλη κοινωνία... 

Νίκος  Ζαρταμόπουλος
Πρόεδρος Συλλόγου Εργαζομένων
στη Γ.Γ. Αιγαίου και Νησιωτικής 
                                                                                       Πολιτικής

Συναγωνιστές και συναγωνίστριες, φίλοι και φίλες

Μας χωρίζουν ήδη 40 χρόνια από τις φλογερές ημέρες του Νοέμβρη του ’73, από τις μέρες που δόθηκε ξανά ο όρκος της νιότης, της ζωής, της λευτεριάς, ο όρκος του ονείρου και της πράξης καθώς λέει ο ποιητής. Ο χρόνος που κύλησε από τότε είναι πολύς, αλλά βαθύ είναι και το χάραγμα που άφησε στη μνήμη του λαού μας η εξέγερση του Πολυτεχνείου. Αυτό μαρτυρά μεταξύ άλλων και η λύσσα με την οποία πολλοί προσπάθησαν και προσπαθούν να σβήσουν αυτό το χάραγμα, να το θολώσουν και να το λερώσουν. 40 χρόνια τώρα, τέτοιες μέρες, παράλληλα με τις εκδηλώσεις και τις πορείες για το Πολυτεχνείο, πιάνουν δουλειά και οι σειρήνες της αστικής εξουσίας.

Η διαχρονική παραχάραξη του Νοέμβρη. 

Ας θυμηθούμε λίγο πώς εξελίχθηκε η επιχείρηση εξάλειψης και παραχάραξης της μνήμης του Νοέμβρη όλα αυτά τα χρόνια:

Στην πρώτη περίοδο της Μεταπολίτευσης πόνταραν πάνω στην ιερότητα της μνήμης των νεκρών για να επιβάλλουν έναν «εθνικό εορτασμό» απαλλαγμένο από «πολιτικολογίες», κολυμβήθρα του Σιλωάμ για τα παλιότερα φλερτ του αστικού κόσμου με τη Χούντα, ενώ την ίδια στιγμή μέσα στα σχολεία και στις σχολές εξαπέλυαν απειλές και αποβολές για να σταματήσουν κάθε προσπάθεια της σπουδάζουσας νεολαίας να τιμήσει την επέτειο. Τη δεκαετία του ‘80 εφόρμησαν με τα συνθήματα του τύπου «ο αγώνας τώρα δικαιώνεται» να προσαρμόσουν το πνεύμα της εξέγερσης στα νέες αυταπάτες που γεννούσε η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. 

Τότε έκανε την εμφάνισή της και η φιλολογία περί «γενιάς του Πολυτεχνείου» και άρχισαν να περιφέρονται σε κάθε επέτειο οι περιώνυμοι εκπρόσωποί της και να διερμηνεύουν το πνεύμα της με μια νέα συνταγή αποπολιτικοποίησης βγαλμένη από τα μαγειρεία της νέας ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας: ολίγη από μελαγχολία για το φολκλόρ του εορτασμού «που έγινε πανηγυράκι», ολίγη ιερή αγανάκτηση για τα σουβλάκια που ψήνονται στον περιβάλλοντα χώρο και μπόλικη νοσταλγική σάλτσα για να τονιστεί ότι η αγνή και αυθόρμητη εξέγερση του Νοέμβρη δεν πρέπει -προς θεού- να οδηγεί τους νέους στην οργανωμένη πάλη για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά θα πρέπει να τους οδηγεί στη «συμμετοχή», βλέπε σε «γνήσιο προβληματισμό» για το πώς θα ξεπεραστούν οι κακοδαιμονίες του ελληνικού καπιταλισμού.

Τη δεκαετία του ’90 πάλι -μέσα στο πνεύμα του ρεβανσισμού από την παλινόρθωση του καπιταλισμού και της ευφορίας από την αρχική επιτυχία της προσπάθειας του ελληνικού καπιταλισμού να ξεπεράσει την κρίση του μέσα από τη συμμετοχή του στο Μάαστριχτ, στο ευρώ και στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στα Βαλκάνια- η προηγούμενη μελαγχολική διάθεση του θιάσου των προβεβλημένων εκπροσώπων της «γενιάς του Πολυτεχνείου» έγινε πιο επιθετική: τώρα έφταναν να ζητούν ανοιχτά να πάψει κάθε αναφορά στο Πολυτεχνείο που έμοιαζε τόσο αταίριαστο με τους εθνικούς στόχους του ευρώ και της Ολυμπιάδας. Και βέβαια έπρεπε να τελειώσει η Μεταπολίτευση (να τελειώσει δηλαδή το διεκδικητικό πνεύμα που χαρακτήρισε μεταδιδακτορικά τους λαϊκούς αγώνες), να πάψει η πορεία να πηγαίνει στην αμερικάνικη πρεσβεία ή –ακόμη καλύτερα- να πάψει (γιατί όχι;) να γίνεται και πορεία στην επέτειο.

Το μίσος της αστικής τάξης για το Πολυτεχνείο. 

Εδώ και λίγα χρόνια όμως, από τότε που η αστική τάξη της Ελλάδας ξέμεινε από «εθνικούς στόχους» (κι ακόμη χειρότερα από τότε που ξέσπασε η ανοιχτή καπιταλιστική κρίση που έφερε τα μνημόνια και τις νέες δανειακές συμβάσεις) από τότε που η λαϊκή οργή απέναντι στα μέτρα εξαθλίωσης άρχισε να βράζει, η επίθεση παραχάραξης και διαστρέβλωσης της μνήμης του Πολυτεχνείου άρχισε να αποκτά νέες διαστάσεις. Τα προηγούμενα χρόνια η αστική προπαγάνδα προσπαθούσε να μας πείσει ότι με την αποκατάσταση της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, με τη σοσιαλδημοκρατία αλά ΠΑΣΟΚ και με τη συμμετοχή στην ΕΕ και στο ευρώ, τα οράματα του Πολυτεχνείου κουτσά-στραβά είχαν εκπληρωθεί και δεν υπήρχε πια σοβαρός λόγος να αγωνιζόμαστε. Τώρα όμως αυτά τα ψέματα τελείωσαν. 

Γίνεται κάθε μέρα και πιο φανερό ότι το σύστημα της εξουσίας των μονοπωλίων δεν μπορεί να ξεπεράσει την κρίση του και να υπάρξει χωρίς να τσακίσει τους μισθούς, τις συντάξεις, τα εργασιακά αλλά και τα κοινωνικά δικαιώματα στην παιδεία, στην περίθαλψη, στις δημόσιες υπηρεσίες. Από την άλλη τα συνήθη μέσα που έχει η αστική δημοκρατία για να επιβάλλει τα γενικά συμφέροντα του κεφαλαίου και των μονοπωλίων δεν επαρκούν πια. Ακόμη κι όσοι σήμερα έχουν ακόμα αυταπάτες ότι έρχονται σύντομα μέρες καινούργιας ανάπτυξης αρχίζουν να διαισθάνονται ότι ο καπιταλισμός του μέλλοντος, ακόμη και αν έχει ανάκαμψη, δεν μπορεί πια να υποσχεθεί έστω στα λόγια ΨΩΜΙ ΠΑΙΔΕΙΑ ή ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, αλλά απαιτεί το αντίθετό τους, δηλαδή να αποδεχτούμε το μοίρασμα της φτώχειας, της ανεργίας και της εξαθλίωσης ανάμεσα στους εργαζόμενους, την αύξηση της εκμετάλλευσής τους, παιδεία και υγεία εμπορεύματα (και μάλιστα με υψηλό τίμημα), την άμεση και χωρίς περιστροφές επιβολή του δίκαιου των εκμεταλλευτών και την καταστολή των αντιστάσεων.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που τα τελευταία χρόνια το Πολυτεχνείο γίνεται αφορμή να αποκαλυφθεί το βαθύ μίσος που έτρεφαν πάντα οι αστοί γι’ αυτή την κορυφαία στιγμή αντίστασης του λαού μας, δεν είναι τυχαίο που ξαμόλησαν και πάλι στη δημοσιά τους παρακρατικούς νεοναζήδες της Χρυσής Αυγής, τους θαυμαστές του Παπαδόπουλου και του Ντερτιλή, δεν είναι τυχαίο που σειρά αστών κονδυλοφόρων βάζουν πια στο στόχαστρό τους το ίδιο το Πολυτεχνείο αναπαράγοντας παλιά και νέα χουντικά ψέματα για την εξέγερση, προσπαθούν να σπείρουν τη σύγχυση ακόμη και για τους νεκρούς της εξέγερσης. 

Σε αυτή τη νέα επιχείρηση εξάλειψης και παραχάραξης της ιστορικής μνήμης η αστική προπαγάνδα αξιοποιεί μάλιστα στο έπακρο και με θράσος όσα ψέματα είχε πει παλιότερα. Οι συνηθισμένοι επιλεγμένοι εκπρόσωποι της «γενιάς του Πολυτεχνείου» (που παλιότερα τους χρησιμοποιούσαν για να μας πουν τι καλός που είναι ο ρεφορμισμός και ο ευρωπαϊσμός) έχουν ξεφτίσει πια, έχει αποκαλυφθεί ο ρόλος τους στην υπηρεσία των καπιταλιστών και της ΕΕ, κι όμως σήμερα κάποιοι βρίσκουν τον τρόπο να τους χρησιμοποιούν ενάντια στο εργατικό κίνημα. Τους χρησιμοποιούν για να μας πουν «να ποιοι είναι η γενιά του Πολυτεχνείου» και να σπιλώσουν τους λαϊκούς αντιδικτατορικούς αγώνες στο πρόσωπο όσων στην πορεία άλλαξαν στρατόπεδο. Μας λένε μάλιστα ότι για τη σημερινή κρίση φταίει τάχα το Πολυτεχνείο που δίδαξε στους Έλληνες να είναι ανάγωγοι και διεκδικητικοί, να μην υποτάσσονται στον νόμο και στην τάξη των αστών.

Όσο για την παλιά σοσιαλδημοκρατική γραμμή παραχάραξης, αυτή σήμερα ανανεώνεται και συνεχίζεται από τον ΣΥΡΙΖΑ και από άλλες δυνάμεις που προσπάθησαν να παρουσιάζουν κινήματα όπως των «αγανακτισμένων» σαν ένα είδος νέου Πολυτεχνείου. Αν και νέα, η συνταγή αυτή έχει την οσμή της παλιάς: μπόλικος ψευδεπίγραφος ριζοσπαστισμός με ηχηρές καταγγελίες της μνημονιακής και νεοφιλελεύθερης «χούντας» και καλέσματα για μούντζες μέχρι τελικής πτώσεως, και στο τέλος το ζήτημα είναι πάντα να ψηφίσουμε τον νέο σωτήρα που θα βρει τη σωστή συνταγή, θα μας βγάλει από την κρίση και ο ελληνικός καπιταλισμός θα γίνει ξανά ανθρώπινος και τα οράματα τα βρουν δικαίωση…

Το «ενοχλητικό» Πολυτεχνείο

Συναγωνιστές και φίλοι 

Και χτες και σήμερα το Πολυτεχνείο, ακριβώς επειδή ήταν ένα γνήσιο και πρωτόγνωρο λαϊκό ξέσπασμα στοιχειώνει τους εφιάλτες των αστών και θρέφει τα όνειρα των εργαζόμενων στην πάλη τους για μια καλύτερη ζωή σε μια άλλη κοινωνία. Η «παραξενιά» του Πολυτεχνείου που οι αστοί δεν μπόρεσαν ποτέ να χωνέψουν είναι πώς έγινε σε μια στιγμή που όλα φαινόταν να βαίνουν καλώς για την ελληνική αστική τάξη. 

Στα 1973 η δικτατορία αφού είχε κάνει μεγάλο μέρος της «βρωμοδουλειάς» για λογαριασμό των μονοπωλίων, κάνοντας πράξη τους πιο μύχιους πόθους τους (καταστέλλοντας τους εργατικούς αγώνες, βάζοντας στον γύψο τις διεκδικήσεις, φυλακίζοντας, βασανίζοντας και δολοφονώντας αγωνιστές) προετοιμαζόταν να παραδώσει «ομαλά» τη σκυτάλη σε κάποιους αστούς πολιτικούς (αφού αρκετοί ήταν τότε οι πρόθυμοι γεφυροποιοί, δεξιά και αριστερά…). Προέκυψε όμως το Πολυτεχνείο και «χάλασε τη σούπα». Ακόμα δεν μπορούν να χωνέψουν πώς χάρη στο Πολυτεχνείο , φούντωσε ένα μεγάλο λαϊκό ποτάμι που (έστω κι αν δεν πέτυχε άμεσα την ανατροπή της χούντας λόγω του νέου πραξικοπήματος του Ιωαννίδη που ακολούθησε) γέννησε σε ένα νέο λαϊκό κίνημα με ανασυνταγμένες τις ταξικές του δυνάμεις που αναζωογόνησε τους εργατικούς αγώνες. Ακόμα δεν μπορούν να χωνέψουν πώς αυτή που χαρακτήριζαν τότε «γενιά του Γουέμπλεϊ» έδωσε έναν αγώνα που με τα συνθήματα αλλά και τον ηρωισμό του έγινε φάρος για πολλές γενιές νέων.

Αυτό ακριβώς το «απρόοπτο» στοιχείο της λαϊκής παρέμβασης ήθελαν να ξορκίσουν, χτες με τις κολακείες και σήμερα με τις ανοιχτές βρισιές στον αγώνα του Πολυτεχνείου, οι αστοί. Και το απρόοπτο στοιχείο του Νοέμβρη (που τον έκανε να μη μείνει απλώς μια εκδήλωση φοιτητικής ή στενά αντιχουντικής διαμαρτυρίας, ήταν ότι έφερε στην επιφάνεια τη λαϊκή δυσαρέσκεια και αγανάκτηση με έντονο το χρώμα της ταξικής σύγκρουσής, ότι κατάγγειλε τον ίδιο τον καπιταλισμό και του ιμπεριαλισμό ως μήτρα που γεννά τις δικτατορίες και τον φασισμό. Αυτό ήταν το μήνυμα που σαν σε μια αναλαμπή μετέδωσε στον λαό η εξέγερση εκείνη, αυτό το μήνυμα μπόλιασε μια για πάντα τους αγώνες και τη λαϊκή μνήμη και συνέδεσε διαμιάς εκείνον τον ξεσηκωμό με τους παλιότερους αγώνες, σύνδεση που εκφράστηκε στο σύνθημα ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ.

Ήταν ίσως φυσικό αυτό το μήνυμα να μην επικρατήσει άμεσα, είχε άλλωστε προηγηθεί πολύ σκοτάδι ενώ στη συνέχεια μεταδικτατορικά επικράτησαν άλλες αυταπάτες. Όμως ο πραγματικά επικίνδυνος σπόρος του Νοέμβρη ήταν πάντοτε αυτή η δυνατότητα που εμπερικλείουν οι κοινωνίες που ζουν μέσα στη βαρβαρότητα της εκμετάλλευσης: να συνειδητοποιήσει ο λαός μέσα σε μια συμπυκνωμένη ιστορική στιγμή τη δυνατότητα μιας άλλης λαϊκής εξουσίας που να οδηγεί σε μια άλλη κοινωνία. Αυτόν ακριβώς τον σπόρο παρέλαβαν μεταπολιτευτικά από τον Νοέμβρη οι ταξικές δυνάμεις μέσα στο εργατικό κίνημα και αυτόν τον σπόρο αντλούν έμπνευση και διδάγματα σήμερα οι δυνάμεις που παλεύουν μέσα από το ΠΑΜΕ, την ΠΑΣΥ, την ΠΑΣΕΒΕ, το ΜΑΣ, το γυναικείο κίνημα και τις Λαϊκές Επιτροπές.


Το αυθόρμητο και το συνειδητό

Οι εχθροί του ταξικού κινήματος διαχρονικά δεν τσιγκουνεύονται σε συκοφαντίες και το κατηγορούν ότι τάχα καπηλεύεται αγώνες που δεν ήταν «δικοί του». Αλλά οι ταξικές δυνάμεις δεν διεκδίκησαν ποτέ καμιά «ιδιοκτησία» επί των αγώνων, ίσα-ίσα που πάντοτε έβλεπαν τα λαϊκά ξεσπάσματα όπως ακριβώς ήταν, γεμάτα αντιφάσεις και αντιπαραθέσεις γραμμών. Εκείνο που ανησυχεί τους κατηγόρους μας, μέσα και έξω από το εργατικό κίνημα, είναι η ταξικά ασυμβίβαστη γραμμή που υιοθετούμε.

Οι αντίπαλοί μας αντιπαραθέτουν όπως πάντα το αυθόρμητο της εξέγερσης στο οργανωμένο κίνημα ακριβώς γιατί τρέμουν το «απρόοπτο» τρέμουν τη δυνατότητα οι διάχυτοι αγώνες αντίστασης στο αστικό σύστημα να αποκτήσουν κάποια στιγμή ταξικό προσανατολισμό και να θέσουν το ζήτημα της λαϊκής εξουσίας. Είναι πρόθυμοι να εκθειάσουν ακόμα και ριζοσπαστικές μορφές πάλης αν εκτιμούν αν κρίνουν ότι αυτές θα μείνουν στον θόρυβο και δεν θα επιφέρουν βαθιές αλλαγές στις συνειδήσεις κι ότι δεν θα οδηγήσουν τους εκμεταλλευόμενους στο να οργανωθούν σαν τάξη.

 Αστοί και οπορτουνιστές μισούν το Πολυτεχνείο έτσι όπως το τιμά το οργανωμένο ταξικό κίνημα ακριβώς γιατί είναι ένα κίνημα που βασίζεται σε μια επιστημονική εξέταση του καπιταλισμού και των εκμεταλλευτικών σχέσεων και αναδεικνύει συνεχώς τη δυνατότητα να υπάρχουν τέτοια «απρόοπτα και αυθόρμητα» κινήματα. Κι όχι μόνο αυτό: τα επιδιώκει συνειδητά, δημιουργεί με την καθημερινή του δράση τις προϋποθέσεις ώστε να υπάρξουν πολλά τέτοια απρόοπτα, ώστε να υπάρξει η αυθόρμητη λαϊκή δράση που να συγκρούεται με την εξουσία των καπιταλιστών, αλλά και να είναι συνειδητή, να είναι χειραφετημένη από την αστική πολιτική και να δίνει στους εργαζόμενους τη δυνατότητα να οικοδομήσουν μια δίκαιη κοινωνία, κι όχι να περιπέσουν σε νέα σκλαβιά.


Το Πολυτεχνείο στο σήμερα

Συναγωνιστές και φίλοι.

Το Πολυτεχνείο έχει ιδιαίτερη σημασία και στο σημερινό σταυροδρόμι του αγώνα. Σήμερα οι εργαζόμενοι δεν έχουν να αντιπαλέψουν απλά την πολιτική μιας κυβέρνησης ή τα καπρίτσια μιας Τρόικας όπως μας λένε πολλοί. Έχουν να αντιπαλέψουν μια βαθιά πολιτική, γραμμένη στα κύτταρα του καπιταλιστικού συστήματος, που η κρίση την κάνει να εκδηλώνεται ανοιχτά. Οι εργαζόμενοι σε μεγάλο βαθμό λόγω της μακρόχρονης κυριαρχίας των ρεφορμιστών και των κυβερνητικών στα συνδικάτα τους είναι σήμερα ουσιαστικά ανοργάνωτοι και δεν αξιοποιούν το μεγάλο τους όπλο που είναι η ταξική τους ενότητα και οργάνωση σε ασυμφιλίωτη αντίθεση με τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Η δυσαρέσκεια συνεχώς μεγαλώνει, όχι όμως και η ταξικά χειραφετημένη δράση των εργαζόμενων και των λαϊκών στρωμάτων. 

Στις σημερινές συνθήκες δεν είναι βέβαιο σήμερα ότι το αστικό πολιτικό σύστημα θα συνεχίσει να μπορεί να κυβερνά με τον τρόπο που το έκανε χτες. Γι’ αυτό και έχει βγάλει στους δρόμους να παίζουν τους «αντισυστημικούς» μέχρι και τους ναζήδες χρυσαυγίτες, που το μόνο «αντισυστημικό» που έχουν είναι που γκρινιάζουν γιατί το μαύρο δολοφονικό τους χέρι δεν έχει ακόμα το επίσημο χρίσμα του κράτους. Η δράση των φασιστών και το δόγμα του νόμου και της τάξης αλληλοσυμπληρώνονται και θέλουν να τσακίσουν τις αντιστάσεις των εργαζόμενων παντού εν τη γενέσει τους.

Έχουμε λοιπόν πολλούς λόγους και σήμερα να εμπνεόμαστε και να διδασκόμαστε από το ορόσημο του Νοέμβρη του ’73 και της αντιδικτατορικής πάλης που προηγήθηκε. Οφείλουμε κι εμείς να δώσουμε την πάλη για το ψωμί, για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του λαού μας απέναντι στην εκμετάλλευση και τον φασισμό που γεννά ο καπιταλισμός. Πάλη όμως για το ψωμί δεν είναι να μετράς τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι. Αγώνας δεν είναι να μετράς τρεις το λάδι τρεις το ξύδι τα μικροσυμφέροντά σου. Πάλη για τα δημοκρατικά δικαιώματα δεν είναι ο συμβιβασμός με την εξαθλίωση μέσα από τους διαλόγους. Αντιιμπεριαλιστική πάλη δεν είναι να διαλέγεις ιμπεριαλιστική δύναμη για να προσδεθείς. Αντιφασισμός δεν είναι να βαφτίζεις «χούντα» τον εχθρό που αντιμετωπίζουμε σήμερα μόνο και μόνο για να μην αναλάβεις την ευθύνη να τον κατονομάσεις και να τον αντιμετωπίσεις σαν αυτό που πραγματικά είναι: καπιταλισμός, ένας καπιταλισμός που σήμερα επιβάλλει τα πιο σκληρά και ταξικά μέτρα στο όνομα της δημοκρατίας και που εκθρέφει μέσα του δυνάμεις και εφεδρείες που μπορεί να οδηγήσουν τον λαό μας στις πιο σκληρές περιπέτειες, στον πόλεμο και στον φασισμό.

Πριν από 40 χρόνια, χιλιάδες απλά παιδιά, σπουδαστές και εργάτες, μας θύμισαν πώς η ιστορία μπορεί να γράφεται από τον λαό όταν αποφασίσει να βγει στο προσκήνιο και να δείξει τη δύναμή του. Έδειξαν πώς η οργή απέναντι στην αδικία και στην καταπίεση μπορεί να γίνεται συνείδηση και οργάνωση για δράση. Κάποια από αυτά τα παιδιά σαν τον Μυρογιάννη και σαν τον Κομνηνό βρήκαν απέναντί τους το δολοφονικό χέρι του φασισμού που τους πήρε τη ζωή. Τιμάμε σήμερα το Πολυτεχνείο και τους νεκρούς μας, προσπαθώντας να έχουμε το μυαλό και τα μάτια μας ανοιχτά και να κάνουμε την οργή για τα βάσανα των εργαζόμενων συνείδηση. Δίνουμε ξανά τον ίδιο όρκο πάνω στην πεσμένη πόρτα. Ο όρκος στον Νοέμβρη και το χρέος στη ζωή -όπως λέει το σύνθημα- είναι ν’ αξιωθούμε να κατακτήσουμε μια Ελλάδα με Εξουσία Λαϊκή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου